Νεόφυτος Νεοφύτου - Ανώτερος Διδάκτωρος Νευροχειρουργικής
EN | EL
Ανεύρυσμα - Αρτηριοφλεβικές Δυσπλασίες
ΑΙΤΙΕΣ, ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ως ανεύρυσμα εγκεφάλου ορίζεται κάθε παθολογική διεύρυνση ή διάταση του αυλού μιας εγκεφαλικής αρτηρίας. Τα εγκεφαλικά ανευρύσματα ανάλογα με την  μορφολογία τους διακρίνονται σε σακοειδή και ατρακτοειδή με συχνότερα τα σακοειδή.



Σχηματίζεται δηλαδή σε ευένδοτο σημείο της αρτηρίας ένας σάκος που συνδέεται μισχωτά με την υπόλοιπη αρτηρία και συναντώνται  συχνότερα στα σημεία διχασμού των αρτηριών. Στην περίπτωση εγκεφαλικού ανευρύσματος ατρακτοειδούς μορφολογίας η αρτηρία διαπλατύνεται κατά μήκος σε ένα τμήμα της συμπεριλαμβανομένου όλου του τοιχώματος της. Το μέγεθος αλλά και η ανατομική  θέση του ανευρύσματος καθορίζουν τις περισσότερες φορές και την κλινική εκδήλωση του. Συνήθως η ρήξη των ανευρυσμάτων εκδηλώνεται με υπαραχνοειδή αιμορραγία (ΥΑ) και συχνότερα με ενδοκοιλιακή ή ενδοπαρεγχυμαρτική αιμορραγία.



Τα συμπτώματα της ρήξης ενός ανευρύσματος είναι :

  • Έντονη πρωτόγνωρη κεφαλαλγία
  • Αυχενική δυσκαμψία
  • Εμετοί
  • Φωτοφοβία
  • Διπλωπία
  • Πόνοι στον οφθαλμό
  • Βλεφαρόπτωση
  • Διαταραχή –έκπτωση του επίπεδο συνειδήσεως
  • Πάρεση ή παράλυση κάποιας εγκεφαλικής συζυγίας
  • Διάταση των κόρων των οφθαλμών και
  • Αιμωδίες-δυσαισθησίες-παραισθησίες στο ήμισυ του προσώπου

Τα μη ραγέντα ανευρύσματα παρουσιάζονται με εστιακή νευρολογική σημειολογία (μείωση οπτικής οξύτητας, οφθαλμολογία, διαταραχές ψυχισμού και νόησης κα) ή με επιληπτικές κρίσεις. Συχνά προηγηθείσες μικρορήξεις του ανευρύσματος προκαλούν εμμένουσα κεφαλαλγία. 


Πληθυσμογραφικά  στοιχεία:

Η συχνότητα της υπαραχνοειδούς αιμορραγίας (ΥΑ) είναι 1:10.000 κατοίκους ετησίως. Με βάση το ποσοστό αυτό για την Κύπρο αναμένονται περί τους 100 ασθενείς ετησίως. Στο 80-90% των ασθενών αυτών η ΥΑ οφείλεται σε ρήξη ανευρύσματος ενώ στο 5% σε ρήξη αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας. Ενώ σε ένα ποσοστό  10%-20% δεν ανευρίσκεται παθολογικό αίτιο, η ΥΑ μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της πήξης, θρομβοπενίας, λευχαιμία, αγγειίτιδας, νεοπλάσματα ή και αγγειακών παθήσεων της σπονδυλικής στήλης.

Νεκροτομικές μελέτες ανέδειξαν πως η συχνότητα του εγκεφαλικού ανευρύσματος στον γενικό πληθυσμό είναι 2% ενώ στο ½ αυτών θα εκδηλωθεί με ρήξη του ανευρύσματος που συμβαίνει μεταξύ 45 και 65 ετών. Η πλειοψηφία των ανευρυσμάτων σε ποσοστό 80% έχει μέγεθος μικρότερο του 1 εκ. Τις περισσότερες φορές όμως είτε υπάρχει οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος είτε εκ γενετής ανωμαλία στο τοίχωμα των αρτηριών.

Σε ό,τι αφορά την κληρονομική συσχέτιση έχει αποδειχθεί πως υπάρχει 10-15% πιθανότητα ανάπτυξης εγκεφαλικού ανευρύσματος μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού. Συνεπώς είναι μέγιστης αξίας ο προληπτικός έλεγχος με ψηφιακή αφαιρετική αγγειογραφία ή αναίμακτα με τρισδιάστατη αξονική αγγειογραφία ή μαγνητική αγγειογραφία. Η ίδια διαγνωστική διαδικασία  εφαρμόζεται για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ανευρύσματος και στις περιπτώσεις υπαραχνοειδούς αιμορραγίας. Στις περιπτώσεις που αναδείχθηκε  τυχαία το ανεύρυσμα σε έλεγχο με CT ή και MRI εγκεφάλου που πραγματοποιήθηκαν για άλλη  ένδειξη νοσολογική.

Το 20% των ασθενών με ραγέν εγκεφαλικό ανεύρυσμα καταλήγει πριν διακομιστεί σε νοσηλευτικό ίδρυμα ενώ το 20% με ραγέν εγκεφαλικό ανεύρυσμα έχει βαρεία κλινική εικόνα γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τόσο την εξέλιξη όσο και την αποκατάσταση των ασθενών.  Το υπόλοιπο 50-60% των ασθενών που ελέγχεται σε σχετικά καλή νευρολογικήν κατάσταση δικαιούται να υποβληθεί έγκαιρα σε αντιμετώπιση του ανευρύσματος με μεταλλικό αγκτήρα. Με την διαδικασία αυτή αποκλείεται η πιθανότητα επαναιμορραγίας και ανάπτυξης εγκεφαλικής ισχαιμίας λόγω αγγειοσπασμού.

Αντιμετώπιση ανευρύσματος:

Η πλέον σύγχρονη αναίμακτη μέθοδος αντιμετώ-πισης των ανευρυσμάτων είναι αυτή του εμβολισμού των ανευρυσμάτων.
Από την μηριαία συνήθως αρτηρία εισάγονται μικροκαθετήρες οι οποίοι υπερεκλεκτικά φτάνουν στην περιοχή του ανευρύσματος και τοποθετούνται στον σάκο του ειδικά σπειράματα τα οποία προτρέπουν την δημιουργία θρόμβου και έτσι αποκλείεται η επαναιμορραγία. Σε αρκετές περιπτώσεις είναι απαραίτητη η χρήση ειδικών αυτοδιατεινόμενων καθετήρων stent που διασφαλίζουν την ανατομική δομή του αγγείου.

Όταν όμως δεν είναι δυνατός ο εμβολισμός του ανευρύσματος είναι αναγκαία και επιτακτική η χειρουργική απολίνωση με μεταλλικό αγκτήρα του ανευρύσματος για να αποτραπεί η επαναιμμοραγία και εκ νέου ρήξη του ανευρύσματος.




Οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για σχηματισμό  ανευρυσμάτων στις αρτηρίες του εγκεφάλου είναι:

  1. Το κάπνισμα
  2. Η υπέρταση
  3. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών και ιδιαίτερα κοκαΐνης
  4. Όγκοι εγκεφάλου
  5. Μολύνσεις
  6. Οικογενειακό ιστορικό ανευρυσμάτων εγκεφάλου
  7. Τραύματα της κεφαλής
  8. Εκ γενετής ανεύρυσμα εγκεφάλου εξαιτίας ανωμαλιών σε τοίχωμα αρτηρίας
  9. Δυσγενεσίες στο κυκλοφορικό σύστημα εγκεφάλου όπως αρτηριοφλεβώδης δυσπλασία
  10. Κληρονομικές παθήσεις όπως η πολυκυστική νόσος των νεφρών, το σύνδρομο Μarfan και το σύνδρομο Ehlers.

Αρτηριοφλεβώδεις δυσπλασίες:

Πρόκειται για ανώμαλο σύμπλεγμα αιμοφόρων αγγείων όπου αρτηρίες ρέουν άμεσα χωρίς την παρεμβολή των τριχοειδών αγγείων στις φλέβες και χωρίς εγκεφαλικό παρέγχυμα να περιέχεται στην «φωλιά» του συμπλέγματος. Είναι εκ γενετής βλάβες που προοδευτικά αυξάνουν σε διαστάσεις. Συνήθως διαγιγνώσκονται λόγω
  • Αιμορραγίας
  • Επιληπτικές κρίσεις ισχαιμικής αιτιολογίας
  • Εμμένουσας κεφαλαλγίας
  • Συμπτωματολογίας ενδεικτικής αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης ( ICP)
Εφόσον αιμορραγήσει η δυσπλασία συνυπάρχει θνησιμότητα 10% ανά επεισόδιο αιμορραγίας και 30-50% πιθανότητα νευρολογικού ελλείμματος ανά επεισόδιο αιμορραγίας. Η αιμορραγία είναι συνήθως ενδοπαρεγχυματική και λιγότερο συχνά αυτόματη υπαραχνοειδής ή ενδοκοιλιακή ή αυτόματο υποσκληρίδιο αιμάτωμα.

Οι δυσπλασίες εκτιμώνται ανάλογα με το μέγεθος, την εντόπισή του σε σχέση με ευγενείς δομές και την φλεβική του παροχέτευση.


Θεραπεία:

Συνήθως προτιμάται ο ενδοαγγειακός εμβολισμός και στην συνέχεια η ακτινοθεραπεία είτε με στερεοτακτική ακτινοθεραπεία σε μικρές βλάβες κάτω των 3 cm είτε με συμβατική ακτινοθεραπεία σε μεγαλύτερες βλάβες. Η χειρουργική αντιμετώπιση των δυσπλασιών εξαλείφει τον κίνδυνο αιμορραγίας άμεσα και βελτιώνει τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων.



Δεν αρμόζει στον καλό γιατρό να επικαλείται μαγικές δυνάμεις, όταν χρειάζεται χειρουργική επέμβαση για ν' απαλλαχθεί ο άρρωστος απ' το κακό.